Μετάβαση στο περιεχόμενο

transfer

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
transfer transfers

transfer (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η μεταφορά, η μεταβίβαση, η μετάθεση, η μετεγγραφή, η πράξη με την οποία κάποιος ή κάτι μετακινείται από ένα μέρος, ομάδα ή θέση σε άλλο/άλλη
    παράδειγμα  I did a file transfer from one PC to another.
    Έκανα μεταφορά αρχείων από τον έναν υπολογιστή στον άλλον.
    παράδειγμα  The transfer of goods from China to the rest of the world.
    Η μεταφορά εμπορευμάτων από την Κίνα στον υπόλοιπο κόσμο.
    παράδειγμα  After the election there was a swift transfer of power.
    Μετά τις εκλογές υπήρξε ταχεία μεταβίβαση της εξουσίας.
    παράδειγμα  The company facilitates the transfer of property between private buyers.
    Η εταιρεία διευκολύνει τη μεταβίβαση ακινήτων μεταξύ ιδιωτών.
    παράδειγμα  He has asked for a transfer to the company’s Paris branch.
    Έχει ζητήσει μετάθεση στο παράρτημα της εταιρείας στο Παρίσι.
    παράδειγμα  I asked for a transfer from my company to one of their California offices.
    Ζήτησα μετάθεση από την εταιρεία μου σε ένα από τα γραφεία της στην Καλιφόρνια.
    παράδειγμα  We have seen many transfers of international students to Greek universities.
    Είδαμε πολλές μετεγγραφές φοιτητών του εξωτερικού στα ελληνικά πανεπιστήμια.
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η μεταφορά, η πράξη αλλαγής μέσου, διαδρομής ή τόπου κατά τη διάρκεια ταξιδιού
    παράδειγμα  The transfer from the airport to the hotel is included in the price.
    Η μεταφορά από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο περιλαμβάνεται στην τιμή.
    παράδειγμα  The hotel can arrange transfers from/to the airport.
    Το ξενοδοχείο μπορεί να κανονίσει μεταφορές από/προς το αεροδρόμιο.
  3. η μετεπιβίβαση, εισιτήριο που επιτρέπει σε έναν επιβάτη να συνεχίσει το ταξίδι του με άλλο λεωφορείο ή τρένο
    παράδειγμα  Buses in Chicago allow free transfers for additional buses you take within 2 hours.
    Στο Σικάγο, τα λεωφορεία επιτρέπουν δωρεάν μετεπιβιβάσεις σε επιπλέον λεωφορεία που παίρνεις μέσα σε διάστημα δυο ωρών.
    παράδειγμα  Transfer time: 5 minutes - Χρόνος μετεπιβίβασης: 5 λεπτά
     και δείτε τη λέξη connection
ενεστώτας transfer
γ΄ ενικό ενεστώτα transfers
αόριστος transferred
παθητική μετοχή transferred
ενεργητική μετοχή transferring

transfer (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) μεταφέρω, μεταβιβάζω, μετακινούμαι από έναν τόπο σε άλλον· μεταφέρω κάποιον ή κάτι από έναν τόπο σε άλλον
    παράδειγμα  The film studio is transferring to Hollywood.
    Το κινηματογραφικό στούντιο μεταφέρεται στο Χόλιγουντ.
    παράδειγμα  If I spend a semester in Madrid, will my credits transfer?
    Αν περάσω ένα εξάμηνο στη Μαδρίτη, θα μεταφερθούν οι πιστωτικές μου μονάδες;
    παράδειγμα  How can I transfer money from my bank account to his?
    Πώς μπορώ να μεταφέρω χρήματα από τον τραπεζικό μου λογαριασμό στον δικό του;
    παράδειγμα  The patient was transferred to another hospital.
    Ο ασθενής μεταφέρθηκε σε άλλο νοσοκομείο.
    παράδειγμα  I couldn’t transfer all my credits from my previous college.
    Δεν μπόρεσα να μεταφέρω όλες τις πιστωτικές μονάδες από το προηγούμενο κολέγιό μου.
    παράδειγμα  She transferred the sauce into another jug.
    Μετέφερε τη σάλτσα σε άλλη κανάτα.
    παράδειγμα  The honeybee transfers pollen between flowers.
    Η μέλισσα μεταφέρει τη γύρη από το ένα άνθος στο άλλο.
    παράδειγμα  Customers still can’t easily transfer money between accounts.
    Οι πελάτες ακόμη δεν μπορούν να μεταφέρουν εύκολα χρήματα μεταξύ λογαριασμών.
    παράδειγμα  The system only allows air to go one way, preventing air from transferring from one tire to another.
    Το σύστημα επιτρέπει στον αέρα να κινείται μόνο προς μία κατεύθυνση, εμποδίζοντας τη μεταφορά αέρα από το ένα ελαστικό στο άλλο.
    παράδειγμα  Assets can be transferred overseas.
    Τα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να μεταβιβαστούν στο εξωτερικό.
  2. (μεταβατικό) μεταθέτω υπάλληλο
  3. (αθλητισμός) μεταγράφω
    παράδειγμα  In the middle of the last season, he transferred to another team.
    Στο μέσο της τελευταίας σεζόν μεταγράφηκε σε άλλη ομάδα.

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

transfer (ro)

  1. μεταφορά
  2. μετάθεση