transfer
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| transfer | transfers |
transfer (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η μεταφορά, η μεταβίβαση, η μετάθεση, η μετεγγραφή, η πράξη με την οποία κάποιος ή κάτι μετακινείται από ένα μέρος, ομάδα ή θέση σε άλλο/άλλη
I did a file transfer from one PC to another.
- Έκανα μεταφορά αρχείων από τον έναν υπολογιστή στον άλλον.
The transfer of goods from China to the rest of the world.
- Η μεταφορά εμπορευμάτων από την Κίνα στον υπόλοιπο κόσμο.
After the election there was a swift transfer of power.
- Μετά τις εκλογές υπήρξε ταχεία μεταβίβαση της εξουσίας.
The company facilitates the transfer of property between private buyers.
- Η εταιρεία διευκολύνει τη μεταβίβαση ακινήτων μεταξύ ιδιωτών.
He has asked for a transfer to the company’s Paris branch.
- Έχει ζητήσει μετάθεση στο παράρτημα της εταιρείας στο Παρίσι.
I asked for a transfer from my company to one of their California offices.
- Ζήτησα μετάθεση από την εταιρεία μου σε ένα από τα γραφεία της στην Καλιφόρνια.
We have seen many transfers of international students to Greek universities.
- Είδαμε πολλές μετεγγραφές φοιτητών του εξωτερικού στα ελληνικά πανεπιστήμια.
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η μεταφορά, η πράξη αλλαγής μέσου, διαδρομής ή τόπου κατά τη διάρκεια ταξιδιού
The transfer from the airport to the hotel is included in the price.
- Η μεταφορά από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο περιλαμβάνεται στην τιμή.
The hotel can arrange transfers from/to the airport.
- Το ξενοδοχείο μπορεί να κανονίσει μεταφορές από/προς το αεροδρόμιο.
- η μετεπιβίβαση, εισιτήριο που επιτρέπει σε έναν επιβάτη να συνεχίσει το ταξίδι του με άλλο λεωφορείο ή τρένο
Buses in Chicago allow free transfers for additional buses you take within 2 hours.
- Στο Σικάγο, τα λεωφορεία επιτρέπουν δωρεάν μετεπιβιβάσεις σε επιπλέον λεωφορεία που παίρνεις μέσα σε διάστημα δυο ωρών.
Transfer time: 5 minutes - Χρόνος μετεπιβίβασης: 5 λεπτά- → και δείτε τη λέξη connection
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | transfer |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | transfers |
| αόριστος | transferred |
| παθητική μετοχή | transferred |
| ενεργητική μετοχή | transferring |
transfer (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) μεταφέρω, μεταβιβάζω, μετακινούμαι από έναν τόπο σε άλλον· μεταφέρω κάποιον ή κάτι από έναν τόπο σε άλλον
The film studio is transferring to Hollywood.
- Το κινηματογραφικό στούντιο μεταφέρεται στο Χόλιγουντ.
If I spend a semester in Madrid, will my credits transfer?
- Αν περάσω ένα εξάμηνο στη Μαδρίτη, θα μεταφερθούν οι πιστωτικές μου μονάδες;
How can I transfer money from my bank account to his?
- Πώς μπορώ να μεταφέρω χρήματα από τον τραπεζικό μου λογαριασμό στον δικό του;
The patient was transferred to another hospital.
- Ο ασθενής μεταφέρθηκε σε άλλο νοσοκομείο.
I couldn’t transfer all my credits from my previous college.
- Δεν μπόρεσα να μεταφέρω όλες τις πιστωτικές μονάδες από το προηγούμενο κολέγιό μου.
She transferred the sauce into another jug.
- Μετέφερε τη σάλτσα σε άλλη κανάτα.
The honeybee transfers pollen between flowers.
- Η μέλισσα μεταφέρει τη γύρη από το ένα άνθος στο άλλο.
Customers still can’t easily transfer money between accounts.
- Οι πελάτες ακόμη δεν μπορούν να μεταφέρουν εύκολα χρήματα μεταξύ λογαριασμών.
The system only allows air to go one way, preventing air from transferring from one tire to another.
- Το σύστημα επιτρέπει στον αέρα να κινείται μόνο προς μία κατεύθυνση, εμποδίζοντας τη μεταφορά αέρα από το ένα ελαστικό στο άλλο.
Assets can be transferred overseas.
- Τα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να μεταβιβαστούν στο εξωτερικό.
- (μεταβατικό) μεταθέτω υπάλληλο
- (αθλητισμός) μεταγράφω
In the middle of the last season, he transferred to another team.
- Στο μέσο της τελευταίας σεζόν μεταγράφηκε σε άλλη ομάδα.
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- (πληροφορική) data transfer rate
Πηγές
[επεξεργασία]
Ρουμανικά (ro)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]transfer (ro)