μεταβατικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεταβατικός μεταβατική μεταβατικό
γενική μεταβατικού μεταβατικής μεταβατικού
αιτιατική μεταβατικό μεταβατική μεταβατικό
κλητική μεταβατικέ μεταβατική μεταβατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεταβατικοί μεταβατικές μεταβατικά
γενική μεταβατικών μεταβατικών μεταβατικών
αιτιατική μεταβατικούς μεταβατικές μεταβατικά
κλητική μεταβατικοί μεταβατικές μεταβατικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταβατικός < μεταβαίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ.ta.va.ti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /mɛ.ta.va.ti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /mɛ.ta.va.ti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεταβατικός, -ή, -ό

  • που σχετίζεται με τη μετάβαση ή που συμβάλλει στη μετάβαση
μεταβατική περίοδος
μεταβατική ρύθμιση

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μεταβατική κυβέρνηση : η προσωρινή κυβέρνηση που την αποτελούν πολιτικά ή εξωκοινοβουλευτικά πρόσωπα και συγκροτείται με σκοπό τη διενέργεια εκλογών
  • μεταβατικό ρήμα : το ρήμα ενεργητική φωνής ή διάθεσης που η ενέργεια την οποία εκφράζει μεταβαίνει σε ένα αντικείμενο και συμπληρώνεται από αυτό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]