αρσενικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : αρσενικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρσενικό < αρχαία ελληνική ἀρσενικόν < συριακή ܠܐ ܙܐܦܢܝܐ (αλ-ζαρνίχα) < αρχαία περσική زرنيخ (ζαρνίακα) (κίτρινος, χρυσός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρσενικό ουδέτερο

πτώση ενικός
ονομαστική αρσενικό
γενική αρσενικού
αιτιατική αρσενικό
κλητική αρσενικό
  1. (χημεία) χημικό στοιχείο, που ανήκει στα μεταλλοειδή, με ατομιθό αριθμό 33 και χημικό σύμβολο το As, με σταχτί χρώμα και μεταλλική λάμψη, το οποίο σχηματίζει τοξικές ενώσεις
  2. ονομασία διάφορων τοξικών ενώσεων του στοιχείου που χρησιμοποιούνται σαν δηλητήρια
  3. (ιδιωματικό) ονομασία τυριού της Νάξου (το κεφαλοτύρι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

αρσενικό