φύλο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | φύλο | τα | φύλα |
| γενική | του | φύλου | των | φύλων |
| αιτιατική | το | φύλο | τα | φύλα |
| κλητική | φύλο | φύλα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φύλο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φῦλον < φύω
- για την ταξινομική βαθμίδα > • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φύλο ουδέτερο
- το καθένα από τα δύο γένη (ανδρικό - γυναικείο) στα οποία διαιρούνται τα έμβια όντα, ανάλογα με τα αναπαραγωγικά τους όργανα.
- (κατ' ευφημισμό) τα γεννητικά όργανα
- σύνολο ανθρώπων με κοινή καταγωγή και αυτόνομη κοινωνικοπολιτική συγκρότηση· φυλή
- (ταξινομία) ταξινομική βαθμίδα κατώτερη από την οικογένεια και ανώτερη του είδους
- ※ Τό μέσο βάρος τῶν ἀμνοδερμάτων ἀμέσως με το ἀνεξάρτητα ἀπό τό φύλο καί ξεχωριστά γιά κάθε γενότυπο δίνεται στόν πίνακα 1 μαζί μέ τίς συγκρίσεις τῶν μέσων τιμῶν. ̓Αμέσως μετά τό γδάρσιμο τά νωπά ἀμνοδέρματα τῶν καθαρόαιμων Καραγκούνικων ἀμνῶν εἶχαν βάρος κατώτερο τῶν... (Επιστημονική Επετηρίς, τόμος 19, Θεσσαλονίκη, Πανεπιστήμιο, Κτηνιατρική Σχολή, 1978, σελ. 165)
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αρσενικό/θηλυκό
σύνολο ανθρώπων
|
φυλετική ομάδα
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ταξινομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)