φύλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : φύλλο, φίλο

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φύλο φύλα
γενική φύλου φύλων
αιτιατική φύλο φύλα
κλητική φύλο φύλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φύλο < αρχαία ελληνική φῦλον < φύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φύλο ουδέτερο

  1. το καθένα από τα δύο γένη (ανδρικό - γυναικείο) στα οποία διαιρούνται τα έμβια όντα, ανάλογα με τα αναπαραγωγικά τους όργανα.
  2. (κατ' ευφημισμό) τα γεννητικά όργανα
  3. σύνολο ανθρώπων με κοινή καταγωγή και αυτόνομη κοινωνικοπολιτική συγκρότηση· φυλή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]