είδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική είδος είδη
γενική είδους ειδών
αιτιατική είδος είδη
κλητική είδος είδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

είδος < αρχαία ελληνική εἶδος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈi.ðɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

είδος ουδέτερο

  1. έννοια η οποία μπορεί να θεωρηθεί μέλος ενός ευρύτερου γένους
    το θρανίο είναι ένα είδος επίπλου για σχολική χρήση· οι έννοιες "θρανίο" και "έπιπλο" έχουν μεταξύ τους τη σχέση είδους - γένους
  2. (βιολογία) οργανισμός με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από άλλους που ανήκουν στο ίδιο γένος
    ο σημερινός άνθρωπος ανήκει στο είδος Homo Sapiens του γένους Άνθρωπος (Homo) της οικογένειας των Ανθρωπιδών
  3. αντικείμενα που πωλούνται
    στο κατάστημά μας θα βρείτε μεγάλη ποικιλία σε ηλεκτρικά είδη

32πχ Μεταφράσεις[]