sorte

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sorte sortes

sorte (pt) θηλυκό

  1. η τύχη

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • dar sorte - φέρνω τύχη
  • que sorte! - τι τύχη!
αντώνυμα: que azar!