sorte

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sorte (fr) θηλυκό

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sorte sortes

sorte (pt) θηλυκό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • dar sorte - φέρνω τύχη
  • que sorte! - τι τύχη!
 αντώνυμα: que azar!