azar

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Κουρδικά (ku) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

azar (ku)



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
azar azares

azar (pt) αρσενικό

  1. η ατυχία, η γρουσουζιά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

 αντώνυμα: que sorte!