πόνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πόνος πόνοι
γενική πόνου πόνων
αιτιατική πόνο πόνους
κλητική πόνε πόνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πόνος < αρχαία ελληνική πόνος (: κόπος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpɔ.nɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πόνος αρσενικό

  1. δυσάρεστο οδυνηρό αίσθημα που προκαλείται από κάποια δυσλειτουργία του σώματος, αρρώστια, φλεγμονή, χτύπημα κ.λπ.
    ο πόνος έγινε δυσβάσταχτος
  2. λέγεται επίσης για τα δυσάρεστα συναισθήματα, όπως θλίψη, στεναχώρια
    τον κοίταξε με πόνο
  3. σπανίως, σε τοπικές διαλέκτους, έχει διασωθεί και η αρχαιοελληνική έννοια του μόχθου και του κόπου

Εκφράσεις[]

  • οι πόνοι : οι ωδίνες του τοκετού
  • τον έπιασε ο πόνος για κάτι : λέγεται ειρωνικά για κάποιον που ξαφνικά ενδιαφέρεται για κάτι, αν και ως τώρα αδιαφορούσε τελείως

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]