σταυρός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | σταυρός | οι | σταυροί |
| γενική | του | σταυρού | των | σταυρών |
| αιτιατική | τον | σταυρό | τους | σταυρούς |
| κλητική | σταυρέ | σταυροί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||




Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σταυρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σταυρός (ελληνιστική σημασία: σταυρός, αρχαία σημασία: όρθιος πάσσαλος)[1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή [2] *steh₂-u-rós < *steh₂- (ἵστημι)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /staˈvɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σταυ‐ρός
- τονικό παρώνυμο: Σταύρος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σταυρός αρσενικό
- (γεωμετρία) γεωμετρικό σχήμα αποτελούμενο στην πιο απλή του μορφή από δύο ευθύγραμμα τμήματα τεμνόμενα σε γωνία 90 μοιρών
- όργανο εκτέλεσης κατά την αρχαιότητα
- (χριστιανισμός) θρησκευτικό σύμβολο
ο Σταυρός του Ιησού Χριστού- ※ Στόχος της διατριβής αποτελεί η διερεύνηση της έννοιας του φυλακτού στην περίοδο από τον 18ο έως και τον 20ό αιώνα, καθώς εκτός από τα γνωστά φυλακτά (χαϊμαλιά και σταυροί) υπήρχαν παράλληλα πολλά κοσμήματα και αντικείμενα, τα οποία, πέρα από την επιτέλεση της πρωταρχικής τους χρήσης, είχαν και αποτροπαϊκό χαρακτήρα. (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)
- (βυζαντινή μουσική) μουσικό σύμβολο στη βυζαντινή σημειογραφία
- διακριτικό προτίμησης για επιλογή μεταξύ υποψηφίων ενός συνδυασμού κατά την εκλογική διαδικασία
- (εργαλεία και αντικείμενα)
- εργαλείο σχήματος σταυρού το οποίο χρησιμοποιείται για το ξεβίδωμα των μπουλονιών που συγκρατούν τους τροχούς των αυτοκινήτων
- ηλεκτρολογικό εξάρτημα που επιτρέπει την τροφοδοσία περισσότερων συσκευών από την ίδια ηλεκτρική παροχή (πρίζα)
- πλαστικό εργαλείο μίας χρήσης, που χρησιμοποιείται κατά την τοποθέτηση κεραμικών πλακιδίων για να καθοριστεί το μέγεθος του αρμού μεταξύ τους, διαθέσιμο σε 2,3,4,5, και 10 χιλιοστά
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- με το σταυρό στο χέρι
- κάνω το σταυρό μου : σταυροκοπιέμαι
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- Σταυρός του Νότου
- Ερυθρός Σταυρός
- † (τυπογραφικό σύμβολο)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γεωμετρικό σχήμα
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σταυρός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | σταυρός | οἱ | σταυροί |
| γενική | τοῦ | σταυροῦ | τῶν | σταυρῶν |
| δοτική | τῷ | σταυρῷ | τοῖς | σταυροῖς |
| αιτιατική | τὸν | σταυρόν | τοὺς | σταυρούς |
| κλητική ὦ! | σταυρέ | σταυροί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | σταυρώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | σταυροῖν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σταυρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή [1] *steh₂-u-rós < *steh₂- (ἵστημι)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σταυρός αρσενικό
- παλούκι, όρθιος πάσσαλος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 14 (ξ. Ὀδυσσέως πρὸς Εὔμαιον ὁμιλία.), στίχ. 10 (11-12
- σταυροὺς δ' ἐκτὸς ἔλασσε διαμπερὲς ἔνθα καὶ ἔνθα / πυκνοὺς καὶ θαμέας, τὸ μέλαν δρυὸς ἀμφικεάσσας.
- (ελληνιστική σημασία) σταυρός (μέσο σταύρωσης)
- (ελληνιστική σημασία) πάσσαλος ανασκολοπισμού
- ※ 1ος/2ος αιώνας κε ⌘ Πλούταρχος, Αρταξέρξης, 17, 7
- Καὶ πρὶν ἐν ὑποψίᾳ γενέσθαι βασιλέα τοῦ πράγματος, ἐγχειρίσασα τοῖς ἐπὶ τῶν τιμωριῶν προσέταξεν ἐκδεῖραι ζῶντα, καὶ τὸ μὲν σῶμα πλάγιον διὰ τριῶν σταυρῶν ἀναπῆξαι, τὸ δὲ δέρμα χωρὶς διαπατταλεῦσαι.
- ※ 1ος/2ος αιώνας κε ⌘ Πλούταρχος, Αρταξέρξης, 17, 7
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- σταυρός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σταυρός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γεωμετρία (νέα ελληνικά)
- Χριστιανισμός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Βυζαντινή μουσική (νέα ελληνικά)
- Εργαλεία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)