κε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ciˈni e.poˈçi/ (κοινή εποχή)
Συντομομορφή 1
[επεξεργασία]- (ιστορία) άλλη μορφή του Κ.Ε.· κοινή εποχή (λέγεται για τα έτη μετά τη γέννηση του Χριστού, χωρίς όμως θρησκευτικό χρωματισμό)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κε ουδέτερο άκλιτο
- (βυζαντινή μουσική) ο πέμπτος από τους εφτά φθόγγους της βυζαντινής μουσικής κλίμακας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κε
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Μόριο
[επεξεργασία]κε
- επικός, ιωνικός, και ποιητικός τύπος του ἄν
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 32
- ἀλλ΄ ἴθι μή μ΄ ἐρέθιζε σαώτερος ὥς κε νέηαι
- Μη μ᾽ ερεθίζεις, σύρ᾽ ευθύς αν θέλεις να μην πάθεις.
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- ἀλλ΄ ἴθι μή μ΄ ἐρέθιζε σαώτερος ὥς κε νέηαι
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 32
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Συντομομορφές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Συντομογραφίες (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Βυζαντινή μουσική (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Μόρια (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Επικοί τύποι
- Ιωνική διάλεκτος
- Ποιητικοί τύποι
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)