ζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈzo/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ζω
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- ζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ζῶ, συνηρημένη μορφή του ζώω/ζήω
Ρήμα
[επεξεργασία]ζω, πρτ.: ζούσα, στ.μέλλ.: θα ζήσω, αόρ.: έζησα (χωρίς παθητική φωνή)
- βρίσκομαι στη ζωή, διατηρούμαι στη ζωή
- διαρκώ
- κατοικώ, διαμένω
Πού ζεις τώρα;
- εξοικονομώ τα απαραίτητα για τη ζωή
Με τέτοιο μισθό 'ζει πλουσιοπάροχα.
- κινούμαι σε συγκεκριμένα (πραγματικά ή φανταστικά) πλαίσια
Ζει σε μια πλάνη.
- επιμένω σε ορισμένα πρότυπα ή τρόπους σκέψεις
Κάνει σα να ζούμε στο Μεσαίωνα!
- περνώ τη ζωή μου με ορισμένο τρόπο
Ζούσαν με λιτότητα.
- βιώνω, αποκτώ εμπειρίες
Μαζί σου ζω ό,τι έψαχνα.
- συντηρώ κάποιον, στηρίζοντάς τον οικονομικά
Από μένα περιμένει να τη ζήσω.
Κλίση
[επεξεργασία]- (Χρειάζεται πρότυπο, επίσης για το δρω)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- ευ ζην
- ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει
- ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι
- ζω και βασιλεύω
- ζω με αέρα
- ζω στον κόσμο μου
- κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα
- να μου ζήσεις: για κάτι που έκανε κάποιος και μας ευχαρίστησε
- να ζήσετε: ευχή σε νεόνυμφους για μακροχρόνια κι ευτυχισμένη κοινή ζωή
ετυμολογικό πεδίο
ζω-
ζω-
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αζωικός
- άζωος
- άζωτο
- αναζωογονώ και συγγενικά
- αποζώ και συγγενικά
- ενζωοτία
- επιζώ και συγγενικά
- ευζωία
- ζην
- ζήση
- ζήτω
- ζωή και σύνθετα
- ζωηρός και συγγενικά
- ζωηφόρος
- ζωικός και σύνθετα
- ζώο και συγγενικά (ζωώδης)
- ζωο- Νεοελληνικές λέξεις με πρόθημα ζωο- στο Βικιλεξικό
- ζων, ζώντες (μετοχή)
- ζωντανός και συγγενικά
- ζωντόβολο
- ζωογονώ και συγγενικά
- ζωτικός
- ηωζωικός
- κακοζωισμένος
- καλοζωία
- καλοζωισμένος
- μακροζωία
- ολιγόζωος
- πολυζωία
- συζώ και συγγενικά
- υλοζωισμός
- υλοζωιστής
- φιλοζωία
- φιλόζωος
- χαμοζωή
- ωοζωοτοκία
- ωοζωοτόκος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ζω
|
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- ζω < Ζ (το έκτο γράμμα του αλφαβήτου) + ω (προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάγνωση)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ζω ουδέτερο άκλιτο
- (βυζαντινή μουσική) ο πρώτος από τους εφτά φθόγγους της βυζαντινής μουσικής κλίμακας που αντιστοιχεί στο σι της ευρωπαϊκής
Πηγές
[επεξεργασία]- ζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς παθητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Βυζαντινή μουσική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)