ζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. ζω (ρήμα) < αρχαία ελληνική ζῶ
  2. ζω (μουσικός φθόγγος) < Ζ (το έκτο γράμμα του αλφαβήτου) + ω (προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάγνωση)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈzɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

ζω, παρατ.: ζούσα, στιγμ. μέλλ.: θα ζήσω, αόρ.: έζησα

  1. βρίσκομαι στη ζωή, διατηρούμαι στη ζωή
  2. διαρκώ
  3. κατοικώ, διαμένω
    πού ζεις τώρα;
  4. εξοικονομώ τα απαραίτητα για τη ζωή
    με τέτοιο μισθό 'ζει πλουσιοπάροχα
  5. κινούμαι σε συγκεκριμένα (πλαγματικά ή φανταστικά) πλαίσια
    ζει σε μια πλάνη
  6. επιμένω σε ορισμένα πρότυπα ή τρόπους σκέψεις
    κάνει σαν να ζούμε στο Μεσαίωνα!
  7. περνώ τη ζωή μου με ορισμένο τρόπο
    ζούσαν με λιτότητα
  8. βιώνω, αποκτώ εμπειρίες
    μαζί σου ζω ό,τι έψαχνα
  9. συντηρώ κάποιον, στηρίζοντάς τον οικονομικά
    από μένα περιμένει να τη ζήσω

Εκφράσεις[]

  • ζήσε Μάη (μου) να φας τριφύλλι : για κάτι που αναβάλλεται σε ένα τόσο μακρινό μέλλον, ώστε θεωρείται απίθανο να συμβεί
  • ζω και βασιλεύω :
  1. χαίρω άκρας υγείας, αντίθετα με όσα λέγονται ψευδώς
  2. εξακολουθώ να υπάρχω πέρα από αμφισβητήσεις
  • ζω στον κόσμο μου : δεν έχω επαφή με την πραγματικότητα
  • κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα : στερεότυπο κλείσιμο των παραμυθιών
  • να μου ζήσεις : για κάτι που έκανε κάποιος και μας ευχαρίστησε
  • να ζήσετε : ευχή σε νεόνυμφους για μακροχρόνια κι ευτυχισμένη κοινή ζωή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ζω ουδέτερο, άκλιτο

πα, βου, γα, δη, κε, ζω, νη