ζωτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ζωτικός ζωτική ζωτικό
γενική ζωτικού ζωτικής ζωτικού
αιτιατική ζωτικό ζωτική ζωτικό
κλητική ζωτικέ ζωτική ζωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζωτικοί ζωτικές ζωτικά
γενική ζωτικών ζωτικών ζωτικών
αιτιατική ζωτικούς ζωτικές ζωτικά
κλητική ζωτικοί ζωτικές ζωτικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζωτικός < αρχαία ελληνική ζωτικός < ζῶ

Επίθετο[επεξεργασία]

ζωτικός

  1. απαραίτητος για τη ζωή
    η νόσος έχει προσβάλει τα ζωτικά όργανα του ασθενή
  2. κρίσιμος, απαραίτητος για τη λειτουργία ή την εξέλιξη προσώπου ή πράγματος
    μερικοί θεωρούν την πρόσβαση στο διαδίκτυο θέμα ζωτικής σημασίας για άτομα στις αναπτυσσόμενες χώρες

Μεταφράσεις[επεξεργασία]