δυϊκός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυϊκός < ελληνιστική κοινή < δύο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δυϊκός -ή -ό αρσενικό

  • για κλιτούς τύπους λέξεων που αναφέρονται σε δύο πρόσωπα ή πράγματα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυϊκός αρσενικό

  • αριθμός κλίσης, όπως ο ενικός και ο πληθυντικός, στην Αρχαία ελληνική

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]