δυαδικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: διάδικος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυαδικός δυαδική δυαδικό
γενική δυαδικού δυαδικής δυαδικού
αιτιατική δυαδικό δυαδική δυαδικό
κλητική δυαδικέ δυαδική δυαδικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυαδικοί δυαδικές δυαδικά
γενική δυαδικών δυαδικών δυαδικών
αιτιατική δυαδικούς δυαδικές δυαδικά
κλητική δυαδικοί δυαδικές δυαδικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυαδικός < (διαχρονικό) ελληνιστική κοινή δυαδικός < αρχαία ελληνική δύο (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική binaire)[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.ðiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δυ‐α‐δι‐κός

Επίθετο[επεξεργασία]

δυαδικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με δυάδα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που αποτελείται από δύο τμήματα ή μέρη
  3. (μαθηματικά) δυαδικό, σύστημα αρίθμησης με βάση το 2 και χρήση μόνο των ψηφίων 0 και 1 για την αναπαράσταση αριθμών. [2]
    ※  (ανέκδοτο) Υπάρχουν 10 (σ.σ. 10(δυαδικό σύστημα) = 2(δεκαδικό σύστημα)) τύποι ανθρώπων. Αυτοί που κατανοούν το δυαδικό σύστημα, κι αυτοί που δεν το κατανοούν. [3]
    Δυαδικό σύστημα Βικιπαίδεια Wikipedia-logo-v2.svg
  4. (πληροφορική) αναφέρεται σε αρχεία που περιέχουν κωδικοποιημένες πληροφορίες, όπως τα αρχεία ενός επεξεργαστή κειμένου, φωτογραφιών, κλπ.
  5. (πληροφορική) boolean: που λαμβάνει τιμές 1 ή 0, οι οποίες αντιστοιχούν στο "αληθής" (true) ή "ψευδής" (false)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «δυαδικός» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Κολοκυθάς, Κωνσταντίνος (2015), Ψηφιακά Μέσα στις Οπτικοακουστικές Τέχνες, Κεφάλαιο 1, σελ. 7, από repository.kallipos.gr. Προσπέλαση 2020-07-06.
  3. Άγγελος Κυρίτσης, Πώς Λειτουργεί ο Υπολογιστής, Απλά και Κατανοητά, από pcsteps.gr. Δημοσίευση 2014-02-18. Αρχειοθέτηση 2019-09-01. Προσπέλαση 2020-08-17.