δυαδικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : διάδικος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυαδικός δυαδική δυαδικό
γενική δυαδικού δυαδικής δυαδικού
αιτιατική δυαδικό δυαδική δυαδικό
κλητική δυαδικέ δυαδική δυαδικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυαδικοί δυαδικές δυαδικά
γενική δυαδικών δυαδικών δυαδικών
αιτιατική δυαδικούς δυαδικές δυαδικά
κλητική δυαδικοί δυαδικές δυαδικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυαδικός < ελληνιστική κοινή δυαδικός < αρχαία ελληνική δύο ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική binaire)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.ði.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δυαδικός

  1. που έχει σχέση με δυάδα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που αποτελείται από δύο τμήματα ή μέρη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]