σχέση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σχέση < από τη ρίζα σχ του ρ. έχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σχέση θηλυκό

  1. ο τρόπος με τον οποίο δύο στοιχεία συνδέονται μεταξύ τους
    Το δοκίμιο εξετάζει τη σχέση μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της πολιτισμικής άνθισης.
    Οι στατιστικές αποδεικνύουν τη σχέση τσιγάρου και καρκίνου του πνεύμονα.
  2. οι δεσμοί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων ή κοινωνικών ομάδων
    Οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας περνούσαν κρίση.
    Οι δύο χώρες διέκοψαν τις διπλωματικές τους σχέσεις.
  3. ο ερωτικός δεσμός, το ειδύλλιο
    Η Μαρία αποφάσισε να διακόψει τη σχέση της με τον Γιάννη.
  4. η επαφή, η επικοινωνία
    Παρά την απόσταση, διατηρούμε τις σχέσεις μας.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]