επαφή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | επαφή | οι | επαφές |
| γενική | της | επαφής | των | επαφών |
| αιτιατική | την | επαφή | τις | επαφές |
| κλητική | επαφή | επαφές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επαφή < αρχαία ελληνική ἐπαφή
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]επαφή θηλυκό
- η θέση δύο σωμάτων όπου ακουμπά το ένα το άλλο