Μετάβαση στο περιεχόμενο

foreign key

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
foreign key < δείτε τις λέξεις foreign και key

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

foreign key (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Υπερώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • foreign key στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. (Αγγλικά) SQLite Inner Join, πρόσβαση:2020-02-22