άσχετος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άσχετος < στερητικό -α + σχέση + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[]

άσχετος αρσενικό, άσχετη θηλυκό, άσχετο ουδέτερο

  1. Αυτός που δεν έχει σχέση, δεν συνδέεται, δεν σχετίζεται με το αντικείμενο της συζήτησης.
    Αυτό που λες είναι άσχετο. Μην προσπαθείς να αποπροσανατολίσεις τη συζήτηση.
  2. Αυτός που δεν έχει γνώση ενός θέματος, ο αδαής.
    Τι λέει, ρε, ο άσχετος!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]