Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἔχω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: έχω

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  ἔχω   ἔχομαι 
Παρατατικός  εἶχον   εἰχόμην 
Μέλλοντας  ἕξω, σχήσω   ἕξομαι, σχήσομαι, σχεθήσομαι 
Αόριστος  ἔσχον   ἐσχόμην, ἠνεξάμην, ἐσχέθην 
Παρακείμενος  ἔσχηκα   ἔσχημαι 
Υπερσυντέλικος  ἐσχήκειν   ἐσχήμην 
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἔχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *seǵʰ- (έχω, κατέχω)[1]. Στον μέλλοντα το -σ- του θέματος τρέπεται σε δασεία ενώ ο ενεστώτας παραμένει ψιλούμενος επειδή στο ενεστωτικό θέμα ακολουθεί το δασύ -χ-.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /é.kʰɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: χω

ἔχω

  1. έχω, κρατώ, αποκτώ, κατέχω, διαθέτω
    «ἔχειν χρέα» το να έχεις χρέη
    «εἶχε Ἀττικὰς δραχμὰς δέκα»
    «οἵ τι ἔχοντες» αυτοί που τα έχουν, οι έχοντες περιουσία
    « ἔχων» ο πλούσιος
    «οἱ οὐκ ἔχοντες» οι φτωχοί, άποροι, που δεν έχουν
    «περιπλώοντες τὴν Λιβύην τὸν ἥλιον ἔσχον ἐς τὰ δεξιά» είχαν τον ήλιο στα δεξιά
    «ἡσυχίαν, πόνον, φροντίδα, ἕξειν»
    «χοῖρος ἔχων τὸ ὕψος δύο καὶ ἡμίσους πήχεων»
    «ὅς οἱ χρήματα πολλὰ εἰς ἐνιαυτὸν εἶχε βίῃ» που είχε παρακρατήσει για ένα χρόνο πολλά χρήματα δια της βίας
  2. ελέγχω
    «διαιτητῶν ἐχόντων τὰς δίκας» οι διαιτητές κρίνουν την δίκη
    «ἔχει τὸ δεξιόν» ελέγχει το δεξιό κέρας στην μάχη
  3. κρατώ, πιάνω
    «χειρὸς ἔχων Μενέλαον» κρατώντας τον από το χέρι
    «ἐπ᾽ ἀριστερὰ ἔχε (τι)» κράτα το με το αριστερό
  4. αντιμετωπίζω, θεωρώ, διάκειμαι
    «εὖ ἔχω τινός» βλέπω θετικά κάτι
  5. συγκρατώ, περιέχω
    «σάρκας τε καὶ ὀστέα ἶνες ἔχουσι»
  6. (ως αμετάβατο και ως απρόσωπο) είμαι, παραμένω, ούτως εχόντων (εννοείται των πραγμάτων)
    «ἕξω δ᾽ ὡς ὅτε τις στερεὴ λίθος» θα μείνω ακίνητος σαν αμετακίνητος βράχος
    «εὖ/καλῶς ἔχει» έχει καλώς
    «κακῶς ἔχει» έχει κακώς
    «οὕτως ἔχει» έτσι έχουν τα πραγματα
    «σχήσειν καλῶς» θα πάνε καλά τα πράγματα, θα υπάρξει καλή έκβαση
    «ἔχε δή» συγκρατήσου, κρατήσου
  7. (στην μέση φωνή)
    1. (με γενική πτώση) ακολουθώ, πλησιάζω
    2. (για χώρες, για λαούς) συνορεύω, προσεγγίζω
  8. (δείτε επίσης τα σύνθετά του) η σημασία διαφοροποιείται ανάλογα με την πρόθεση και την σύνταξη

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

με ἐχ-, ἐκ- (χωρίς δασεία)

με ἑκ- (με δασεία)

με σχ-

από την μηδενική βαθμίδα οχ-

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἔχω (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: ἔχω
νέα ελληνικά: ἔχω, έχω
κατωιταλικά: ekho

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἔχω σελ. 490 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.