ἔχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ἔχω ἔχομαι
Παρατατικός εἶχον εἰχόμην
Μέλλοντας ἕξω & σχήσω ἕξομαι & σχήσομαι & σχεθήσομαι
Αόριστος ἔσχον ἐσχόμην & ἠνεξάμην & ἐσχέθην
Παρακείμενος ἔσχηκα ἔσχημαι
Υπερσυντέλικος ἐσχήκειν ἐσχήμην
Συντελεσμένος Μέλλοντας


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *seǵʰ-

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στο μέλλοντα το -σ- του θέματος τρέπεται σε δασεία ενώ ο ενεστώτας παραμένει ψιλούμενος επειδή στο ενεστωτικό θέμα ακολουθεί το δασύ -χ-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἔχω

  1. αρχαία μορφή του ρήματος έχω (παθητική φωνή ἔχομαι) με το οποίο σχηματίζονται σε σύνθεση εκατοντάδες ελληνικές λέξεις και το οποίο είχε (ανάλογα των συμφραζομένων) ποικίλες σημασίες με βασική πάντως την έννοια του έχω, κρατώ, αποκτώ, κατέχω, διαθέτω
    ἔχειν χρέα (το να έχεις χρέη)
    εἶχε Ἀττικὰς δραχμὰς δέκα
    οἵ τι ἔχοντες (αυτοί που "τα έχουν", οι έχοντες περιουσία) / ἔχων (ο πλούσιος)/ οἱ οὐκ ἔχοντες (οι φτωχοί)
    περιπλώοντες τὴν Λιβύην τὸν ἥλιον ἔσχον ἐς τὰ δεξιά (είχαν τον ήλιο στα δεξιά)
    ἡσυχίαν, πόνον, φροντίδα, ἕξειν
    χοῖρος ἔχων τὸ ὕψος δύο καὶ ἡμίσους πήχεων
    ὅς οἱ χρήματα πολλὰ εἰς ἐνιαυτὸν εἶχε βίῃ. (που είχε παρακρατήσει για ένα χρόνο πολλά χρήματα δια της βίας)
  2. ελέγχω
    διαιτητῶν ἐχόντων τὰς δίκας (οι διαιτητές κρίνουν τη δίκη) / ἔχει τὸ δεξιόν (ελέγχει το δεξιό κέρας στη μάχη)
  3. κρατώ, πιάνω
    χειρὸς ἔχων Μενέλαον (κρατώντας τον από το χέρι)
    ἐπ᾽ ἀριστερὰ ἔχε (τι) (κράτα το με το αριστερό)
  4. αντιμετωπίζω, θεωρώ, διάκειμαι
    εὖ ἔχω τινός (βλέπω θετικά κάτι)
  5. συγκρατώ, περιέχω
    σάρκας τε καὶ ὀστέα ἶνες ἔχουσι
  6. ως αμετάβατο και ως απρόσωπο παίρνει επίσης διάφορες έννοιες, όπως είμαι, παραμένω, ούτως εχόντων (εννοείται των πραγμάτων)
    ἕξω δ᾽ ὡς ὅτε τις στερεὴ λίθος (θα μείνω ακίνητος σαν αμετακίνητος βράχος)
    εὖ ἔχει / καλῶς ἔχει / κακῶς ἔχει / οὕτως ἔχει ("έχει καλώς"/ κακώς και "έτσι έχουν τα πραγματα")
    σχήσειν καλῶς (θα πάνε καλά τα πράγματα, θα υπάρξει καλή έκβαση)
    ἔχε δή (συγκατήσου, κρατήσου)
  7. το μέσο ἔχομαι
    με γενική ακολουθώ, πλησιάζω
    επί χωρών/ λαών συνορεύω, προσεγγίζω
  8. για τα σύνθετα η σημασία διαφοροποιείται ανάλογα με την πρόθεση και τη σύνταξη (π.χ. προσέχω, παρέχω, κατέχω, διακατέχω, ἐνέχω, ἐξέχω, προέχω, συνέχω, ἀντέχω, ὑπερέχω, μετέχω, ἀπέχω, ὑπέχω) οπότε μπορείτε να δείτε τα αντίστοιχα λήμματα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

ἔχ' ἡρέμα! (ησύχασε τώρα)
εὖ ἔχω τροφίμων (έχω πολλά τρόφιμα)
ὡς ποδός εἶχον (όσο πιο γρήγορα μπορούσα)
λόγος ἔχειν... (ακούγεται ότι...)
φλυαρών ἔχων (συνεχώς φλυαρώ)
σχέσθε! (σταματήστε!)-προστακτική αορίστου του ἔχομαι
οὐκ ἔχει ἑωυτόν (δεν είναι ο εαυτός του, αλλά για ασθενή, δεν έχει την κανονική υγεία του)
αἰτίαν ἔχει (κατηγορείται) μομφὴν ἔχει (κατηγορεί)
ἔχε φρεσί (έχε κατά νου) δεῦρο νοῦν ἔχε (πρόσεξε αυτό, εδώ το μυαλό σου)
ἐν γαστρὶ ἔχει (είναι έγκυος)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]