συγκρατώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκρατώ < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

συγκρατώ

  • περιορίζω σε χαμηλότερα επίπεδα
    συγκρατώ το θυμό μου
  • δεν επιτρέπω σε κάτι να κινηθεί πέρα και έξω από ένα αποδεκτό πλαίσιο, περιορίζω σε συγκεκριμένο χώρο
    η αστυνομία συγκράτησε τους θερμόαιμους οπαδούς


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]