αποκρούω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκρούω < αρχαία ελληνική ἀποκρούω < ἀπό + κρούω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποκρούω

  1. απωθώ άτομο, αποφεύγω ενεργά ένα χτύπημα, μία επίθεση (π.χ. στον πόλεμο ή στο ποδόσφαιρο)
    • (ειδικότερα) (αθλητισμός) (για τερματοφύλακα) σταματάω ή αλλάζω την πορεία της μπάλας ώστε να μην μπει γκολ
      απέκρουσε τα τρία από τα πέντε πέναλτι και κερδίσαμε
  2. απορρίπτω μία πρόταση (π.χ. ερωτική)
  3. αμύνομαι με τη μεταφορική έννοια, αντικρούω (π.χ. τα επιχειρήματα ή τις εναντίον μου κατηγορίες)


Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]