επίθεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίθεση επιθέσεις
γενική επίθεσης
& επιθέσεως
επιθέσεων
αιτιατική επίθεση επιθέσεις
κλητική επίθεση επιθέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επίθεση < αρχαία ελληνική ἐπίθεσις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈpi.θɛ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επίθεση θηλυκό

  1. εχθρική ενέργεια με στόχο την εξόντωση ή την εξουδετέρωση του εχθρού, την απόκτηση εδάφους ή αγαθού, κλπ.
  2. η άσκηση έντονης κριτικής εναντίον κάποιου
  3. πολύ ενεργητική κίνηση για την επίτευξη ενός στόχου, ειδικά σε ανταγωνιστικό πλαίσιο
  4. (αθλητισμός) η προσπάθεια μιας ομάδας να σκοράρει (σε αντιδιαστολή με το να αμυνθεί απέναντι στην αντίπαλη ομάδα)
  5. η ενέργεια του επιθέτω

32πχ Μεταφράσεις[]