Μετάβαση στο περιεχόμενο

κριτική

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κρητική

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κριτική οι κριτικές
      γενική της κριτικής των κριτικών
    αιτιατική την κριτική τις κριτικές
     κλητική κριτική κριτικές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κριτική < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɾi.tiˈci/
ομόηχα: κριτικοί, κρητικοί, Κρητικοί, κρητική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κριτική θηλυκό

  1. η διατύπωση κρίσεων, η υποκειμενική άποψη ενός ατόμου για οποιοδήποτε θέμα, συνήθως ανάλογα με την προσωπική εμπειρία του
    θεατρική κριτική, κριτική κινηματογράφου
  2. η διατύπωση αρνητικών κρίσεων
      Αυτός, όμως, ο αδιάφορος, ο θυμωμένος, ο αναποφάσιστος, ο ωχαδερφιστής, ο πολίτης, που αφήνει τους «άλλους» να αποφασίσουν γι’ αυτόν, σε λίγους μήνες από σήμερα θα ζητά από το Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη καλύτερους δρόμους, περισσότερες παροχές, κάθε είδους εξυπηρετήσεις, ίσως θα βρίζει, θα διαμαρτύρεται, θα λέει ότι είναι αδικημένος, θα κάνει κριτική. (Οι «ψεύτικες νίκες» και οι ηγέτες της αποχής, serreslife.gr, ανακτήθηκε στις 14/8/2025 )
      Και σε ενδεχόμενο μιας παλινόρθωσης ενός ακραίου αντιδραστισμού μέσω γνωστών διαχρονικά τακτικών που ήδη αναπτύσσονται εκεί (αμφίπλευρη αμφισβήτηση από τα δεξιά με έσωθεν κι έξωθεν σαμποτάζ και απανθρωποποίηση του αντιπάλου, καθώς και από τα αριστερά με κριτική περί προδοσίας ιδανικών που εφαρμόζονται μονάχα μερικώς ή και καθόλου… λόγω του προαναφερθέντος σαμποτάζ) (Πάρις Μνηματίδης, Η φανταστική χώρα μου, ανακτήθηκε στις 28/12/2025 )
  3. φιλολογική κριτική και/ή κριτική κειμένου: η φιλολογική εργασία που αποσκοπεί, μέσα από τη σύγκριση διαφορετικών αντιγράφων του ίδιου κειμένου, στο να ανασυγκροτήσει το αυθεντικό κείμενο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

κριτική

Ομώνυμα / Ομόηχα

[επεξεργασία]