Μετάβαση στο περιεχόμενο

review

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
review reviews

review (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η κριτική, η κρίση τέχνης λογοτεχνική, θεατρική κτλ.
    παράδειγμα  television series with good reviews - τηλεοπτικές σειρές με καλές κριτικές
    παράδειγμα  Unfavorable reviews of his book were published.
    Δημοσιεύτηκαν δυσμενείς κρίσεις για το βιβλίο του.
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η επανάληψη, η ενέργεια του να επαναλαμβάνω τα υλικά, ειδικά για να ετοιμαστώ για εξετάσεις
    παράδειγμα  review exercises - ασκήσεις επαναλήψεως
    παράδειγμα  We’ll do a review of the grammar.
    Θα κάνουμε επανάληψη της γραμματικής.
  3. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η επανεξέταση, η αναθεώρηση, η εξέταση κάτι για δεύτερη φορά, με σκοπό να το αλλάξουμε αν χρειαστεί
    παράδειγμα  A review of the case was ordered.
    Διατάχτηκε η επανεξέταση της υπόθεσης.
    παράδειγμα  There will be a review of the existing legislation.
    Θα γίνει αναθεώρηση της υφιστάμενης νομοθεσίας.
  4. ο απολογισμός, εξέταση όλων των σχετικών πληροφοριών για ένα θέμα ή για μια σειρά γεγονότων
    παράδειγμα  Based on the schedule, a review should happen every year.
    Με βάση το χρονοδιάγραμμα θα πρέπει κάθε χρόνο να γίνεται απολογισμός.
    παράδειγμα  At the end of each month, we do a review of our progress.
    Στο τέλος κάθε μήνα κάνουμε έναν απολογισμό της προόδου μας.
    παράδειγμα  The financial review was presented to the board.
    Ο οικονομικός απολογισμός παρουσιάστηκε στο συμβούλιο.
ενεστώτας review
γ΄ ενικό ενεστώτα reviews
αόριστος reviewed
παθητική μετοχή reviewed
ενεργητική μετοχή reviewing

review (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) επαναλαμβάνω, κοιτάζω ξανά κάτι που έχω σπουδάσει, ειδικά για να προετοιμαστώ για εξετάσεις
    παράδειγμα  You should review new words constantly.
    Πρέπει να επαναλαμβάνετε τις νέες λέξεις συνεχώς.
    παράδειγμα  Let’s review the first chapter.
    Ας επαναλαμβάνουμε το πρώτο κεφάλαιο.
  2. (μεταβατικό) αναθεωρώ, εξετάζω προσεκτικά κάτι ξανά, ειδικά για να μπορέσω να αποφασίσω αν είναι απαραίτητο να κάνω αλλαγές
    παράδειγμα  The government will review the terms of the contract for the construction of the underground railway.
    Η κυβέρνηση θα αναθεωρήσει τους όρους της σύμβασης για την κατασκευή του υπόγειου σιδηροδρόμου.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη reconsider