αξιολόγηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αξιολόγηση | οι | αξιολογήσεις |
| γενική | της | αξιολόγησης* | των | αξιολογήσεων |
| αιτιατική | την | αξιολόγηση | τις | αξιολογήσεις |
| κλητική | αξιολόγηση | αξιολογήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αξιολογήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αξιολόγηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀξιολόγησις.[1] Μορφολογικά αναλύεται σε αξιολογώ + -ση.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ksi.oˈlo.ʝi.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐ξι‐ο‐λό‐γη‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αξιολόγηση θηλυκό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αξιολογώ: το να εντοπίσει κάποιος τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία κάποιου ή κάτι και να κρίνει με βάση αυτά τα στοιχεία την επίδοση, την αποτελεσματικότητα ή την αξία του, ειδικά σε σύγκριση με άλλους ανθρώπους ή άλλα πράγματα
- ※ Η αυτοψηλάφηση μπορεί να γίνει μηνιαία ή περιστασιακά και έχει σκοπό να μάθει η γυναίκα να γνωρίζει τη δομή του μαστού της, έτσι ώστε οι πρώιμες και ασυνήθιστες αλλαγές που θα διαπιστώσει να αναφερθούν άμεσα στον ιατρό για περαιτέρω αξιολόγηση.
- Παππά Αγγελική, Εμπειρική διερεύνηση των γνώσεων και στάσεων για τον καρκίνο του μαστού και τον έλεγχο με προληπτική μαστογραφία, [διπλωματική εργασία], Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Σχολή Επιστημών Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, Θεσσαλονίκη 2025, σελ. 17-18
- ※ Η αυτοψηλάφηση μπορεί να γίνει μηνιαία ή περιστασιακά και έχει σκοπό να μάθει η γυναίκα να γνωρίζει τη δομή του μαστού της, έτσι ώστε οι πρώιμες και ασυνήθιστες αλλαγές που θα διαπιστώσει να αναφερθούν άμεσα στον ιατρό για περαιτέρω αξιολόγηση.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αξιολόγηση
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αξιολόγηση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)