πράγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πράγμα τα πράγματα
      γενική του πράγματος των πραγμάτων
    αιτιατική το πράγμα τα πράγματα
     κλητική πράγμα πράγματα
όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πράγμα < αρχαία ελληνική πρᾶγμα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɾaɣ.ma/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πράγμα και πράμα ουδέτερο

  1. κάθε αντικείμενο, κάθε τι που μπορούμε να το αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας
  2. κάθε υλικό αντικείμενο σε αντιδιαστολή με τα ζώα
  3. ζήτημα, υπόθεση

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • είμαι στα πράγματα: κατέχω πολιτική θέση ή πρόσκειμαι σε αυτούς που έχουν την εξουσία
  • καλώς εχόντων των πραγμάτων
  • κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]