υπόθεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπόθεση υποθέσεις
γενική υπόθεσης
& υποθέσεως
υποθέσεων
αιτιατική υπόθεση υποθέσεις
κλητική υπόθεση υποθέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπόθεση < αρχαία ελληνική ὑπόθεσις < ὑποτίθημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπόθεση θηλυκό

  1. ένα θέμα που μας απασχολεί
    τι γίνεται με την υπόθεση του σπιτιού;
  2. ένα σύνολο στοιχείων και γεγονότων που εξετάζονται ως ενότητα
    μια πολύκροτη δικαστική υπόθεση
  3. μία πρόταση με την οποία υποθέτουμε κάτι το οποίο είτε είναι δυνατόν να συμβεί είτε αδύνατο είτε απλώς πιθανό, ώστε να εξετάσουμε ή να δηλώσουμε τα πιθανά αποτελέσματα
    μην κάνεις υποθέσεις σε τέτοια ευαίσθητα ζητήματα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εικασία
  4. (γραμματική) το πρώτο σκέλος ενός υποθετικού λόγου με δεύτερο την απόδοση· συνήθως είναι υποθετική πρόταση που εισάγεται με το αν, μπορεί όμως να είναι και ευθεία ερώτηση ή να έχει άλλες μορφές.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]