υπόθεση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | υπόθεση | οι | υποθέσεις |
| γενική | της | υπόθεσης* | των | υποθέσεων |
| αιτιατική | την | υπόθεση | τις | υποθέσεις |
| κλητική | υπόθεση | υποθέσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, υποθέσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπόθεση < αρχαία ελληνική ὑπόθεσις < ὑποτίθημι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπόθεση θηλυκό
- ένα θέμα που μας απασχολεί
τι γίνεται με την υπόθεση του σπιτιού;
- ένα σύνολο στοιχείων και γεγονότων που εξετάζονται ως ενότητα
μια πολύκροτη δικαστική υπόθεση- ※ Σε υπόθεση ξυλοδαρμού ανηλίκου από συμμορία ανηλίκων στα βόρεια προάστια πριν από περισσότερο από έναν χρόνο, με σωρεία κακουργημάτων και πλημμελημάτων, ακόμα δεν έχει οριστεί δικάσιμος. (Δικάσιμος το 2035; Για ποια Δικαιοσύνη μιλάμε; 11/3/2025 , capital.gr )
- ※ Η απόφαση στην υπόθεση πολυιδιοκτησίας δεν είναι εύκολα κατανοητή, με την έννοια πως για να ληφθεί σημειώθηκαν μερικά δυσεξήγητα λογικά άλματα, που προκαλούν τεράστιες απορίες.
- Βαγγέλης Άγραφτος, Το χρονικό της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ, to10.gr, 10 Φεβρουαρίου 2021
- μία πρόταση με την οποία υποθέτουμε κάτι το οποίο είτε είναι δυνατόν να συμβεί είτε αδύνατο είτε απλώς πιθανό, ώστε να εξετάσουμε ή να δηλώσουμε τα πιθανά αποτελέσματα
- (γραμματική) το πρώτο σκέλος ενός υποθετικού λόγου με δεύτερο την απόδοση· συνήθως είναι υποθετική πρόταση που εισάγεται με το αν, μπορεί όμως να είναι και ευθεία ερώτηση ή να έχει άλλες μορφές.
- (λογική, μαθηματικά) βλ. συνώνυμο εικασία
- (λογική) το πρώτο (αριστερό) μέρος της συνεπαγωγής[1][2]
- αντώνυμο: συμπέρασμα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θέμα που μας απασχολεί
πρόταση
|
γραμματική
λογική - εικασία
|
λογική για συνεπαγωγή
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Πατσάκης Νικόλαος, Παπαδάκης Γεώργιος (Ηράκλειο 2014), «Σύστημα για Επεξεργασία Λογικών Εκφράσεων, 11.9 Συνεπαγωγή και Ισοδυναμία (Material Implication and Equivalence)», σελ.42. Προσπέλαση 2020-03-01
- ↑ Κωνσταντίνος Τσίχλας, «Διακριτά μαθηματικά - Βασικά στοιχεία λογικής», σελ. 23-25, Department of Informatics at Aristotle University. Προσπέλαση 2020-03-01
Πηγές
[επεξεργασία]- υπόθεση - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- υπόθεση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- υπόθεση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Λογική (νέα ελληνικά)
- Μαθηματικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)