Μετάβαση στο περιεχόμενο

θέμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το θέμα τα θέματα
      γενική του θέματος των θεμάτων
    αιτιατική το θέμα τα θέματα
     κλητική θέμα θέματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θέμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θέμα ( δείτε και το αρχαίο τίθημι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈθe.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θέμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θέμα ουδέτερο

  1. το αντικείμενο συζήτησης
    παράδειγμα  Το θέμα σήμερα είναι η μετάφραση.
  2. το αντικείμενο διαφωνίας ή αντιπαράθεσης
    παράδειγμα  Το θέμα μας είναι αν θα πάμε βόλτα ή αν θα μείνομε σπίτι.
  3. το αντικείμενο της δικαστικής έρευνας και της νομικής απόδειξης
    παράδειγμα  Ο εισαγγελέας τόνισε ότι το θέμα είναι εξαιρετικά λεπτό.
  4. το ζητούμενο
    1. ζήτημα που απασχολεί κάποιον, είναι υπόθεση που τον ενδιαφέρει ή τον αφορά
      παράδειγμα  Δεν είναι δικό σου θέμα.
    2. (σε εκφράσεις + γενική πτώση)
      παράδειγμα  θέμα τιμής, απόφασης, κρίσης
    3. (σε εξετάσεις μαθήματος)
      1. ένα ζήτημα που δίνεται σε εξετάσεις
      2. το αδίδακτο, το απόσπασμα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που δίνεται στους μαθητές για να το μεταφράσουν
        παράδειγμα  Το δεύτερο θέμα απαιτούσε καλή γνώση γραμματικής.
  5. η κεντρική ιδέα
    1. ο τίτλος μιας επιστημονικής εργασίας, ο οποίος σχετίζεται με το αντικείμενο πραγμάτευσης
      παράδειγμα  Έχεις βρει θέμα για τη διατριβή σου;
    2. το κεντρικό ζήτημα στην πλοκή ενός λογοτεχνικού κειμένου, ενός κινηματογραφικού ή θεατρικού έργου
      παράδειγμα  Ποιο είναι το θέμα το βιβλίου;
    3. αυτό που αναπαριστά ο καλλιτέχνης σε ένα έργο του
      παράδειγμα  το θέμα του πίνακα
    4. (μουσική) εκείνη η μελωδία που είναι η βάση ανάπτυξης ενός μουσικού έργου. Συνήθως ακούγεται στην αρχή του έργου.
      παράδειγμα  Ίσως το γνωστότερο μουσικό θέμα είναι η αρχή της 5ης συμφωνίας του Μπετόβεν.
      παράδειγμα  Στις φούγκες, το αντίθεμα απαντάει στο θέμα.
       δείτε και τη λέξη ρεφρέν
  6. (προφορικό, ευφημισμός) ψυχολογικό πρόβλημα, εμμονή, φοβία
    παράδειγμα  Έχει ένα θέμα με την καθαριότητα.
  7. (γλωσσολογία, γραμματική) το μέρος της λέξης το οποίο παράγεται από τη ρίζα, παραμένει αφαιρώντας την κατάληξη και δε μεταβάλλεται κατά την κλίση
    παράδειγμα  Από τη ρίζα γραφ- βγαίνουν τα θέματα γραφ-, γραμ-, γραμματ-.
    < υπώνυμα:  αόριστο θέμα, ενεστωτικό θέμα
  8. (ιστορία) διοικητική περιφέρεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά τον 7ο και 8ο αιώνα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
θεμ- θεματ- 

 και δείτε τη λέξη τίθεμαι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ θέμᾰ τὰ θέμᾰτ
      γενική τοῦ θέμᾰτος τῶν θεμᾰ́των
      δοτική τῷ θέμᾰτ τοῖς θέμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ θέμᾰ τὰ θέμᾰτ
     κλητική ! θέμᾰ θέμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θέμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  θεμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θέμα (ελληνιστική κοινή) < θέμα θε- όπως στην αρχαία ελληνική τίθημι (απαντά σε τύπους όπως στον πληθυντικό τίθεμεν + -μα Δείτε ομόρριζα στο τίθημι.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θέμα ουδέτερο


Απόγονοι

[επεξεργασία]

θέμα (ελληνιστική κοινή)

μεσαιωνικά ελληνικά: θέμα (διοικητική περιφέρεια)
νέα ελληνικά: θέμα
γεωργιανά: თემი (temi)
νέα ελληνικά: θέμα
γεωργιανά: თემა (tema)
υστερολατινικά: thema
[] αγγλικά: theme
γαλλικά: thème
γερμανικά: Thema
ιταλικά: thème

και δείτε περισσότερα στις #Μεταφράσεις