πρόβλημα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πρόβλημα < αρχαία ελληνική πρόβλημα < προβάλλω (οτιδήποτε προβάλλεται ως προεξοχή, εμπόδιο, μέσο άμυνας, εργασία κλπ)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈpɾo.vli.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πρό‐βλη‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πρόβλημα ουδέτερο
- ένα ερώτημα, συνήθως μαθηματικό, που για να απαντηθεί πρέπει με επιστημονικό τρόπο να συνδυαστούν κάποια δεδομένα και να γίνουν κάποιοι λογικοί συλλογισμοί ή και κάποιες πράξεις
- (γενικότερα) μια δυσκολία που πρέπει να αντιμετωπιστεί και να υπερπηδηθεί με κάποιες ενέργειες
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
πρόβλημα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πρόβλημα
|
Πηγές
[επεξεργασία]- πρόβλημα - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- πρόβλημα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- πρόβλημα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)