προβάλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προβάλλω < αρχαία ελληνική προβάλλω < πρό + βάλλω (βάζω κάτι μπροστα)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προβάλλω

  1. (αμετάβατο) εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι
    και να σου προβάλλει ο Μάκης μέσα από τη θάλασσα σα λυγερόκορμη Αφροδίτη
  2. (μεταβατικό) μετακινώ κάτι προς τα εμπρός ή προς τα έξω
  3. (μεταβατικό) δείχνω σε μια οθόνη εικόνες χρησιμοποιώντας ειδικό μηχάνημα (προβολέα)
    το θέμα που ετοίμαζα τόσο καιρό θα προβληθεί σήμερα στο συμπόσιο πάνω σε διαδραστική οθόνη
  4. (μεταβατικό) δίνω μεγάλη δημοσιότητα (προβολή) σε κάτι
    οι απεργίες, στον ελληνικό χώρο εν έτει 2014, πραγματοποιούνται ως επί το πλείστον στο χώρο των δημόσιων επιχειρήσεων και όχι στον ιδιωτικό τομέα, όπου οι εργαζόμενοι δεν είναι σε θέση να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους πολύ περισσότερο να προβάλλουν τον αγώνα τους στην τηλεόραση
  5. (μεταβατικό) διατυπώνω με τον λόγο ή εκφράζω με τις ενέργειές μου τη θέση μου στη διάρκεια ενός διαλόγου ή μιας αντιπαράθεσης
    ο συνομιλητής μου προέβαλε το εξής αντεπιχείρημα


Αρχικοί Χρόνοι Ενεργητική Φωνή Μέση-Παθητική Φωνή
Ενεστώτας προβάλλω προβάλλομαι
Παρατατικός προέβαλλα και πρόβαλλα προβαλλόμουν
Μέλλοντας θα προβάλλω (διαρ.) και θα προβάλω (στιγ.) θα προβάλλομαι και θα προβληθώ
Αόριστος προέβαλα και πρόβαλα προβλήθηκα
Παρακείμενος έχω προβάλει έχω προβληθεί και είμαι προβεβλημένος
Υπερσυντέλικος είχα προβάλει είχα προβληθεί και ήμουν προβεβλημένος
Συντελ. Μέλλοντας θα έχω προβάλει θα έχω προβληθεί και θα είμαι προβεβλημένος
Μετοχές ενεργ.: προβάλλοντας παθητ.: προβαλλόμενος (ενεστ.) προβεβλημένος (παρακ)


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]