project

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά 1[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɹɒdʒɛkt/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
project projects

project (en)

  1. έργο
  2. εγχείρημα
  3. (βάσεις δεδομένων), (στο σχεσιακό μοντέλο) προβολή, τελεστής της σχεσιακής άλγεβρας[1]
    Συγγενικά: select, rename operator

Προφορά 2[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɹəˈdʒɛkt/

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας project
γ΄ ενικό ενεστώτα projects
αόριστος projected
παθητική μετοχή projected
ενεργητική μετοχή projecting

project (en)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • project στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 60, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04

Πηγές[επεξεργασία]

  • project - Dictionary.com. Λήμματα από διάφορα λεξικά για την αγγλική γλώσσα. © 2019 Dictionary.com, LLC
  • project στο Merriam–Webster Online Dictionary (μονόγλωσσο λεξικό, αγγλικά, από το 1828)