εγχείρημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εγχείρημα εγχειρήματα
γενική εγχειρήματος εγχειρημάτων
αιτιατική εγχείρημα εγχειρήματα
κλητική εγχείρημα εγχειρήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγχείρημα < ἐγχείρημα < ἐγχειρῶ < ἐγχειρέω < ἐν + χείρ


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εγχείρημα ουδέτερο

  1. δύσκολη ενέργεια, ριψοκίνδυνη προσπάθεια, επιχείρηση, τόλμημα
    Δεν ξέρω πώς πήρε την απόφαση να αναλάβει αυτό το εγχείρημα
    Το όλο εγχείρημα ξεπερνούσε τις δυνάμεις τους
    Το Βικιλεξικό αποτελεί εγχείρημα

συγγενείς[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]