χείρ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ουσιαστικά μεταπλαστά | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| χειρ- χερ- | ||||||||
| ονομαστική | ἡ | χείρ | αἱ | χεῖρες | ||||
| γενική | τῆς | χειρός | τῶν | χειρῶν | ||||
| δοτική | τῇ | χειρῐ́ | ταῖς | χερσῐ́(ν) | ||||
| αιτιατική | τὴν | χείρᾰ | τὰς | χεῖρᾰς | ||||
| κλητική ὦ! | χείρ | χεῖρες | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | χεῖρε | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | χεροιν | ||||||
| ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'μεταπλαστά' όπως «μεταπλαστά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χείρ < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χείρ θηλυκό
- το χέρι (παλάμη)
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 24 (ω. Σπονδαί.), στίχ. 317 (316-317)
- ἀμφοτέρῃσι δὲ χερσὶν ἑλὼν κόνιν αἰθαλόεσσαν | χεύατο κὰκ κεφαλῆς πολιῆς, ἁδινά στεναχίζων.
- στα δυο του χέρια φούχτωσε καμένη στάχτη, | την έριξε στο γκρίζο του κεφάλι, σπαραχτικά θρηνώντας.
- Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ἀμφοτέρῃσι δὲ χερσὶν ἑλὼν κόνιν αἰθαλόεσσαν | χεύατο κὰκ κεφαλῆς πολιῆς, ἁδινά στεναχίζων.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 24 (ω. Σπονδαί.), στίχ. 317 (316-317)
- το χέρι (από τον ώμο ως τα δάχτυλα)
Κλιτικοί τύποι
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- χειρὸς ἔχειν τινά: το να κρατάς κάποιον από το χέρι
- χερὶ χειρὸς ἑλών
- χεῖράς τ' ἀλλήλων λαβέτην
- χεῖρας ἀνασχεῖν
- ἀράτω τὴν χείρα, ἀνατεινάτω τὴν χείρα: ας σηκωθούν τα χέρια (σε ψηφοφορίες)
- χεῖρας ἀφέξει
- πορεύεσθαι ἐπὶ χειρῶν
- ποτέρας τῆς χερός;
- ἀνὰ χείρα πράγματα, ἀνὰ χείρα χρόνος
- διὰ χειρῶν ἔχειν
- ἐς χεῖρας λαβεῖν
- κατὰ χειρός
- πρὸ χειρῶν
- χεὶρ ὑπερμήκης
- χειρὶ καὶ ποδὶ καὶ πάσῃ δυνάμει
- χεὶρ μεγάλη
Παράγωγα
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
χειρ- χερ-
χειρ- χερ-
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χείρ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χείρ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά μεταπλαστά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ανώμαλα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ανώμαλα θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά περισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά περισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις περισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Ανθρώπινο σώμα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)