Μετάβαση στο περιεχόμενο

χείρ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: χειρ

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ουσιαστικά μεταπλαστά
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
χειρ- χερ-
ονομαστική χείρ αἱ χεῖρες
      γενική τῆς χειρός τῶν χειρῶν
      δοτική τῇ χειρῐ́ ταῖς χερσῐ́(ν)
    αιτιατική τὴν χείρ τὰς χεῖρᾰς
     κλητική ! χείρ χεῖρες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χεῖρε
γεν-δοτ τοῖν  χεροιν
ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'μεταπλαστά' όπως «μεταπλαστά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χείρ < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χείρ θηλυκό

  1. το χέρι (παλάμη)
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 24 (ω. Σπονδαί.), στίχ. 317 (316-317)
    ἀμφοτέρῃσι δὲ χερσὶν ἑλὼν κόνιν αἰθαλόεσσαν | χεύατο κὰκ κεφαλῆς πολιῆς, ἁδινά στεναχίζων.
    στα δυο του χέρια φούχτωσε καμένη στάχτη, | την έριξε στο γκρίζο του κεφάλι, σπαραχτικά θρηνώντας.
    Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
  2. το χέρι (από τον ώμο ως τα δάχτυλα)

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
χειρ- χερ- 

Σύνθετα

[επεξεργασία]