Μετάβαση στο περιεχόμενο

δάχτυλο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δάχτυλο τα δάχτυλα
      γενική του δάχτυλου
& δαχτύλου
των δάχτυλων
& δαχτύλων
    αιτιατική το δάχτυλο τα δάχτυλα
     κλητική δάχτυλο δάχτυλα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ανθρώπινο δάχτυλο.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δάχτυλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δάχτυλ(ον) + -ο < δάκτυλον με ανομοίωση της προφοράς [kt] > [xt] < αρχαία ελληνική δάκτυλος (αρσενικό)[1] Συγκρίνετε με το δάκτυλος, δάκτυλο.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈða.xti.lo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δάχτυλο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δάχτυλο ουδέτερο

  1. (ανθρώπινο σώμα) κάθε μία από τις αρθρωτές άκρες των χεριών και των ποδιών ανθρώπων και ζώων
    παράδειγμα  τα πέντε δάχτυλα του χεριού
      Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
    άλλες μορφές: δάκτυλο
  2. (μονάδα μέτρησης κατά προσέγγιση) μονάδα μήκους, περίπου 2 εκατοστά
    παράδειγμα  βάλε ένα δάχτυλο κρασί

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

θέμα με δαχτυλο- ή και δακτυλο-

 και δείτε τη λέξη δαχτυλίδι για θέμα δαχτυλιδ-

Επίσης δάκτυλο, δάκτυλος, -δακτυλία για θέμα δακτυλο- & δακτύλιος

Σύνθετα

[επεξεργασία]

σύνθετα με δαχτυλ(ο)- ή και δακτυλο-

 δείτε και σύνθετα με δάκτυλο και δαχτυλίδι

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]