μικρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική μικρός μικρή μικρό
γενική μικρού μικρής μικρού
αιτιατική μικρό μικρή μικρό
κλητική μικρέ μικρή μικρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μικροί μικρές μικρά
γενική μικρών μικρών μικρών
αιτιατική μικρούς μικρές μικρά
κλητική μικροί μικρές μικρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μικρός < αρχαία ελληνική μικρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μικρός, -ή/-ά, -ό

  1. (ως προς μετρήσιμα χαρακτηριστικά όπως είναι οι διαστάσεις, το βάρος, ο όγκος κλπ) αυτός που μπορεί να περιγραφεί με αριθμούς λίγο πάνω από τη βάση της αριθμητικής κλίμακας
  2. (μεταφορικά) ασήμαντος
  3. (ως προς την ηλικία) νεαρός
  4. (για χρονική διάρκεια) σύντομος
  5. (στη γραφή) πεζός, όχι κεφαλαίος

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μικρό το κακό: συνηθισμένη έκφραση για μικρής έκτασης ζημιά (υλική ή ψυχική)
  • τι μικρός που είναι ο κόσμος: στην περίπτωση που συναντηθούν κάποια άτομα σε ανύποπτο τόπο και χρόνο
  • ή μικρός, μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου: αν δεν έχεις σκοπό να παντρευτείς καλλίτερα να το πάρεις απόφαση και να γίνεις καλόγερος
  • το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό: στον κόσμο επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μικρός αρσενικό

  1. το μικρότερο από τα πέντε δάχτυλα του χεριού
  2. συνήθως νεαρής ηλικίας άτομο για βοηθητικές δουλειές σε επιχείρηση
    • μικρέ, πιάσε μια μπίρα
αντίχειρας δείκτης μέσος παράμεσος μικρός

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]