σύντομος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σύντομος σύντομη σύντομο
γενική σύντομου σύντομης σύντομου
αιτιατική σύντομο σύντομη σύντομο
κλητική σύντομε σύντομη σύντομο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σύντομοι σύντομες σύντομα
γενική σύντομων σύντομων σύντομων
αιτιατική σύντομους σύντομες σύντομα
κλητική σύντομοι σύντομες σύντομα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύντομος < αρχαία ελληνική σύντομος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siⁿ.dɔ.mɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /siⁿ.dɔ.mi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /siⁿ.dɔ.mɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σύντομος, -η, -ο

  1. που έχει μικρή διάρκεια
  2. (για κείμενο) που έχει μικρή έκταση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]