συντόμευση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | συντόμευση | οι | συντομεύσεις |
| γενική | της | συντόμευσης* | των | συντομεύσεων |
| αιτιατική | τη | συντόμευση | τις | συντομεύσεις |
| κλητική | συντόμευση | συντομεύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, συντομεύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συντόμευση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συντόμευσις (μαρτυρείται από το 1890 στην εφημερίδα Παλιγγενεσία)[1][2]. Σημασία 1 «διαδικασία μείωσης» (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική abrègement. Σημασίες στην πληροφορική (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική shortcut.[3]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sinˈdo.mef.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : συ‐ντό‐μευ‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]συντόμευση θηλυκό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συντομεύω
- η διαδικασία μείωσης χρόνου, έκτασης
- (πληροφορική) σύντομος τρόπος εκτέλεσης ενός προγράμματος
Η εφαρμογή κατά την εγκατάστασή της δημιουργεί μια συντόμευση στην επιφάνεια εργασίας.
- (πληροφορική, συνεκδοχικά) στοιχείο π.χ. εικονίδιο στην επιφάνεια εργασίας ή άλλο φάκελο που επιτρέπει στον χρήστη συντομότερο άνοιγμα ενός πρόγραματος
- (πληροφορική) γρήγορη διαταγή σε πληκτρολόγιο ή ποντίκι
Η συντόμευση για αντιγραφή κειμένου είναι « ctrl + V ».
Συχνά χρησιμοποιώ συντομεύσεις στον υπολογιστή μου για να εξοικονομήσω χρόνο.- < υπώνυμα: συμβολικός σύνδεσμος
Συγγενικά
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συντόμευση
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ συντόμευση, σελ.964, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
- ↑ συντόμευση, στο greek_greek.en-academic.com, πρόσβαση: 12. 8. 2025
- ↑ συντόμευση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)