court

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

court (en)

  1. η αυλή
  2. η αυλή ενός ηγεμόνα
  3. το δικαστήριο
  4. το γήπεδο του τένις ή του μπάσκετ

Ρήμα[επεξεργασία]

court (en)

  1. επιζητώ την εύνοια κάποιου
  2. κορτάρω, φλερτάρω



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kuʁ/
ήχος 

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό court courts
θηλυκό courte courtes

court (fr)

  1. κοντός
  2. σύντομος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

court (fr) αρσενικό (πληθυντικός: courts αρσενικό)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • être à court de μου λείπει κάτι
l'imprimante est à court de papier - ο εκτυπωτής δεν έχει άλλο χαρτί

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

court (fr)

  • κλιτή μορφή του ρήματος courir

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]