κοντός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | κοντός | η | κοντή | το | κοντό |
| γενική | του | κοντού | της | κοντής | του | κοντού |
| αιτιατική | τον | κοντό | την | κοντή | το | κοντό |
| κλητική | κοντέ | κοντή | κοντό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | κοντοί | οι | κοντές | τα | κοντά |
| γενική | των | κοντών | των | κοντών | των | κοντών |
| αιτιατική | τους | κοντούς | τις | κοντές | τα | κοντά |
| κλητική | κοντοί | κοντές | κοντά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- κοντός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κοντός (βραχύσωμος)[1], σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική court[2] < αρχαία ελληνική ὁ κοντός (κοντάρι). Παραβάλετε το επίθετο κρύος < αρχαίο ουσιαστικό τὸ κρύος[3].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ko(n)ˈdos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κο‐ντός
Επίθετο
[επεξεργασία]κοντός, -ή, -ό
- (για άνθρωπο ή άλλο ζωντανό ον) που έχει μικρό ανάστημα
- ≈ συνώνυμα: βραχύσωμος
- ≠ αντώνυμα: ψηλός
- (για αντικείμενο) που έχει μικρό ύψος
- (για αντικείμενο) που έχει μικρό μήκος
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- κοντός ψαλμός αλληλούια: σύντομα θα αποδειχθεί ή θα γίνει αυτό που συζητάμε
- λέω το κοντό μου και το μακρύ μου: λέω ό,τι μου κατέβει
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] άνθρωπος με μικρό ανάστημα
αντικείμενο με μικρό ύψος
αντικείμενο με μικρό μήκος
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | κοντός | οι | κοντοί |
| γενική | του | κοντού | των | κοντών |
| αιτιατική | τον | κοντό | τους | κοντούς |
| κλητική | κοντέ | κοντοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- κοντός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοντός (κοντάρι), σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Stabhochsprung[3][2].
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κοντός αρσενικό
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κοντός - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- 1 2 κοντός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- 1 2 κοντός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- κοντός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱent-
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κοντός, -ού αρσενικό
- το κοντάρι
Κλίση
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | κοντός | οἱ | κοντοί |
| γενική | τοῦ | κοντοῦ | τῶν | κοντῶν |
| δοτική | τῷ | κοντῷ | τοῖς | κοντοῖς |
| αιτιατική | τὸν | κοντόν | τοὺς | κοντούς |
| κλητική ὦ! | κοντέ | κοντοί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κοντώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | κοντοῖν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- κοντός < αρχαία ελληνική κοντός (κοντάρι) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱent-
Επίθετο
[επεξεργασία]κοντός, -ή, -όν
Κλίση
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | κοντός | ἡ | κοντή | τὸ | κοντόν |
| γενική | τοῦ | κοντοῦ | τῆς | κοντῆς | τοῦ | κοντοῦ |
| δοτική | τῷ | κοντῷ | τῇ | κοντῇ | τῷ | κοντῷ |
| αιτιατική | τὸν | κοντόν | τὴν | κοντήν | τὸ | κοντόν |
| κλητική ὦ! | κοντέ | κοντή | κοντόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | κοντοί | αἱ | κονταί | τὰ | κοντᾰ́ |
| γενική | τῶν | κοντῶν | τῶν | κοντῶν | τῶν | κοντῶν |
| δοτική | τοῖς | κοντοῖς | ταῖς | κονταῖς | τοῖς | κοντοῖς |
| αιτιατική | τοὺς | κοντούς | τὰς | κοντᾱ́ς | τὰ | κοντᾰ́ |
| κλητική ὦ! | κοντοί | κονταί | κοντᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κοντώ | τὼ | κοντᾱ́ | τὼ | κοντώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | κοντοῖν | τοῖν | κονταῖν | τοῖν | κοντοῖν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Πηγές
[επεξεργασία]- κοντός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- κοντός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)