rövid

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουγγρικά (hu)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

nil[επεξεργασία]

rövid (hu)

  • κοντός, αντικείμενο με μικρό μήκος