kort

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισλανδικά (is) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kort (is)

  1. χάρτης



Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

kort 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kort (sv)

  • κοντός, αντικείμενο με μικρό μήκος