kort

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισλανδικά (is) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kort (is)

  1. χάρτης



Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

kort 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kort (sv)

  • κοντός, αντικείμενο με μικρό μήκος