χάρτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χάρτης οι χάρτες
      γενική του χάρτη των χαρτών
    αιτιατική τον χάρτη τους χάρτες
     κλητική χάρτη χάρτες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάρτης < αρχαία ελληνική χάρτης

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈxaɾ.tis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάρτης αρσενικό

  1. απεικόνιση, πάνω σε χαρτί, γεωγραφικών εννοιών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική χάρτης χάρτα χάρται
Γενική χάρτου χάρταιν χαρτῶν
Δοτική χάρτ χάρταιν χάρταις
Αιτιατική χάρτην χάρτα χάρτας
Κλητική χάρτα χάρτα χάρται

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάρτης < χαράσσω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰer- (χαράσσω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χάρτης αρσενικό

  1. φύλλο χαρτιού κατασκευασμένο από στρώματα παπύρων
  2. κάτι λεπτό, πλάκα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]