καταστατικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καταστατικό τα καταστατικά
      γενική του καταστατικού των καταστατικών
    αιτιατική το καταστατικό τα καταστατικά
     κλητική καταστατικό καταστατικά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταστατικό < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταστατικό ουδέτερο

  1. έγγραφο που περιέχει τους στόχους καθώς και τους βασικούς όρους και κανόνες λειτουργίας ενός νομικού προσώπου
  2. ο εσωτερικός κανονισμός ενός οργανισμού που καθορίζει το σκοπό και τη λειτουργία του
  3. Ο γραπτός κανονισμός που καθορίζει τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της παροικίας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

καταστατικό