Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατάσταση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κατάσταση οι καταστάσεις
      γενική της κατάστασης* των καταστάσεων
    αιτιατική την κατάσταση τις καταστάσεις
     κλητική κατάσταση καταστάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, καταστάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατάσταση < αρχαία ελληνική κατάστα(σις) + -ση. Για σύγχρονους όρους, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική état[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε κατά- + στάση.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaˈta.sta.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κατάσταση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κατάσταση θηλυκό

  1. ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει κάτι σε δεδομένο τόπο και χρόνο· οι φυσικές, οικονομικές ή κοινωνικές συνθήκες υπάρξεως
    παράδειγμα τρέχουσα κατάσταση, οικογενειακή κατάσταση
  2. πίνακας, λίστα, κατάλογος στον οποίο υπάρχουν ονόματα ή και άλλα στοιχεία σύμφωνα με μια ιδιότητά τους

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • κατάσταση -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
  • κατάσταση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)