κατάσταση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάσταση καταστάσεις
γενική κατάστασης
& καταστάσεως
καταστάσεων
αιτιατική κατάσταση καταστάσεις
κλητική κατάσταση καταστάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάσταση < (λόγιο) < αρχαία ελληνική κατάστα(σις) + -ση. Για σύγχρονους όρους, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική état[1] Συγχρονικά αναλύεται σε κατά- + στάση

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaˈta.sta.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατάσταση θηλυκό

  1. ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει κάτι σε δεδομένο τόπο και χρόνο | οι φυσικές, οικονομικές ή κοινωνικές συνθήκες υπάρξεως
    τρέχουσα κατάσταση, οικογενειακή κατάσταση
  2. πίνακας, λίστα, κατάλογος στον οποίο υπάρχουν ονόματα ή και άλλα στοιχεία σύμφωνα με μια ιδιότητά τους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]