état

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : État

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
état états

état (fr) αρσενικό

  1. κατάσταση, θέση
    l'état de l'économie - η κατάσταση της οικονομίας
    il n'est pas en état de conduire - δεν είναι σε θέση να οδηγήσει