θέση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | θέση | οι | θέσεις |
| γενική | της | θέσης* | των | θέσεων |
| αιτιατική | τη | θέση | τις | θέσεις |
| κλητική | θέση | θέσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, θέσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θέση < αρχαία ελληνική θέσις < τίθημι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈθe.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : θέ‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θέση θηλυκό
- ακριβώς προσδιορισμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται κάποιος ή κάτι
- κάθισμα
Κάτσε στη θέση σου και μη μιλάς.
- χώρος που προορίζεται για συγκεκριμένο πράγμα
Έβριζε γιατί του είχαν πάρει τη θέση του στο πάρκινγκ της πολυκατοικίας.
- δουλειά ή αξίωμα, πόστο
Ο τάδε διορίστηκε στη θέση του γενικού διευθυντή.
- η σειρά που καταλαμβάνει κάποιος
Η αθλήτρια κατέκτησε την πρώτη θέση στο αγώνισμα αυτό.
Η θέση της επιχείρησης επιδεινώνεται εν καιρώ ύφεσης και απειλείται με χρεωκοπία.
- (σε μεταφορικά μέσα) πρώτη θέση, δεύτερη θέση, οικονομική θέση κλπ: οι ανέσεις ή τα προνόμια που αντιστοιχούν στην τιμή του εισιτηρίου
- εκφρασμένη άποψη
Δημοσιεύτηκαν οι θέσεις των κομμάτων για το ζήτημα.
- (φιλοσοφία) αξιωματική αρχή ή άποψη-οπτική που η αλήθειά της τίθεται προς εξέταση
Όλες οι θέσεις σου καταρρίφθηκαν, κι όμως το Σύμπαν εξακολουθεί να λειτουργεί.
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- κατάσταση χρηματοοικονομικής θέσης (λογιστική, ισολογισμός)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θέση
Πηγές
[επεξεργασία]- θέση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- θέση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)