Μετάβαση στο περιεχόμενο

θέση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θέση οι θέσεις
      γενική της θέσης* των θέσεων
    αιτιατική τη θέση τις θέσεις
     κλητική θέση θέσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, θέσεως
Κατηγορία όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θέση < αρχαία ελληνική θέσις < τίθημι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈθe.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θέση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θέση θηλυκό

  1. ακριβώς προσδιορισμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται κάποιος ή κάτι
  2. κάθισμα
    παράδειγμα  Κάτσε στη θέση σου και μη μιλάς.
  3. χώρος που προορίζεται για συγκεκριμένο πράγμα
    παράδειγμα  Έβριζε γιατί του είχαν πάρει τη θέση του στο πάρκινγκ της πολυκατοικίας.
  4. δουλειά ή αξίωμα, πόστο
    παράδειγμα  Ο τάδε διορίστηκε στη θέση του γενικού διευθυντή.
  5. η σειρά που καταλαμβάνει κάποιος
    παράδειγμα  Η αθλήτρια κατέκτησε την πρώτη θέση στο αγώνισμα αυτό.
    παράδειγμα  Η θέση της επιχείρησης επιδεινώνεται εν καιρώ ύφεσης και απειλείται με χρεωκοπία.
  6. (σε μεταφορικά μέσα) πρώτη θέση, δεύτερη θέση, οικονομική θέση κλπ: οι ανέσεις ή τα προνόμια που αντιστοιχούν στην τιμή του εισιτηρίου
  7. εκφρασμένη άποψη
    παράδειγμα  Δημοσιεύτηκαν οι θέσεις των κομμάτων για το ζήτημα.
  8. (φιλοσοφία) αξιωματική αρχή ή άποψη-οπτική που η αλήθειά της τίθεται προς εξέταση
    παράδειγμα  Όλες οι θέσεις σου καταρρίφθηκαν, κι όμως το Σύμπαν εξακολουθεί να λειτουργεί.

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]