Μετάβαση στο περιεχόμενο

place

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pleɪs/
 
ομόηχα: plays, plaice

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
place places

place (en)

  1. ο τόπος, ο μέρος, η περιοχή
     συνώνυμα: area
  2. (συνήθως ενικός) η θέση σε έναν αγώνα ή διαγωνισμό
    παράδειγμα  His horse took first place.
    Το άλογό του πήρε την πρώτη θέση.
  3. (μόνο ενικός) η θέση, ο ρόλος ή η σημασία κάποιου ή κάτι σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, συνήθως σε σχέση με άλλους
    παράδειγμα  Swearing has no place in a civilized discussion.
    Η βλαστήμια δεν έχει θέση σε μια πολιτισμένη συζήτηση.
  4. η φάση, μια συγκεκριμένη κατάσταση σε μια συγκεκριμένη στιγμή
    παράδειγμα  I came across him in a bad place, he had just lost his money playing cards.
    Τον πέτυχα σε άσκημη φάση, μόλις είχε χάσει τα λεφτά του στα χαρτιά.
    παράδειγμα  I am in a place right now where I’m having a good time.
    Είμαι σε φάση που περνάω καλά.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
ενεστώτας place
γ΄ ενικό ενεστώτα places
αόριστος placed
παθητική μετοχή placed
ενεργητική μετοχή placing

place (en)

  1. (μεταβατικό) βάζω, τοποθετώ κάτι σε ένα συγκεκριμένο μέρος, ειδικά όταν το κάνω προσεκτικά
    παράδειγμα  She wanted to place the vase somewhere safe so it doesn't fall and break.
    Αυτή ήθελε να βάλει το βάζο κάπου ασφαλές για να μην πέσει και σπάσει.
    παράδειγμα  She placed the dishes on the table.
    Έβαλε τα πιάτα στο τραπέζι.
    παράδειγμα  He placed himself behind a tree.
    Τοποθετήθηκε πίσω από ένα δέντρο.
    παράδειγμα  They got people out of the building where the bomb had been placed.
    Απομάκρυναν τον κόσμο από το κτίριο, όπου είχε τοποθετηθεί βόμβα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη put
  2. (μεταβατικό) τοποθετώ, βάζω, βρίσκω κατάλληλη δουλειά, σπίτι κτλ. για κάποιον
    παράδειγμα  They placed him in the accounts department.
    Τον τοποθέτησαν στο λογιστήριο.
    παράδειγμα  I put somebody in a position.
    Βάζω κάποιον σε μια θέση.
  3. (μεταβατικό) εντάσσω, αποφασίζω ότι κάποιος ή κάτι έχει μια συγκεκριμένη θέση σε σύγκριση με άλλους ανθρώπους ή πράγματα
    παράδειγμα  He asked them to place him in the immediate next salary bracket.
    Zήτησε να τον εντάξουν στο αμέσως επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο.
    παράδειγμα  I place a work of art in its social context.
    Εντάσσω ένα έργο τέχνης στο κοινωνικό του πλαίσιο.
    παράδειγμα  It is not possible to place them all in one category.
    Δε γίνεται να τα εντάξουμε όλα σε μια κατηγορία.
     συνώνυμα: put



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
place places

place (fr) θηλυκό

  1. ο τόπος
  2. η πλατεία
  3. η θέση

Εκφράσεις

[επεξεργασία]