πλατεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλατεία πλατείες
γενική πλατείας πλατειών
αιτιατική πλατεία πλατείες
κλητική πλατεία πλατείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλατεία < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου: πλατύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλατεία θηλυκό

  1. επίπεδος, διαμορφωμένος χώρος μέσα σε κατοικημένη περιοχή που περιβάλλεται από κτίρια ή και δρόμους
  2. τμήμα του θεάτρου μπροστά από τη σκηνή όπου κάθονται οι θεατές, διαφορετικό από τα θεωρεία και τον εξώστη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]