πλατεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλατεία πλατείες
γενική πλατείας πλατειών
αιτιατική πλατεία πλατείες
κλητική πλατεία πλατείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλατεία < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου πλατύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πλατεία θηλυκό

  1. επίπεδος, διαμορφωμένος χώρος μέσα σε κατοικημένη περιοχή που περιβάλλεται από κτίρια ή και δρόμους
  2. τμήμα του θεάτρου μπροστά από τη σκηνή όπου κάθονται οι θεατές, διαφορετικό από τα θεωρεία και τον εξώστη

32πχ Μεταφράσεις[]