θεωρείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το θεωρείο τα θεωρεία
      γενική του θεωρείου των θεωρείων
    αιτιατική το θεωρείο τα θεωρεία
     κλητική θεωρείο θεωρεία
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεωρείο, λόγια λέξη < ελληνιστική κοινή θεωρεῖον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θεωρείο ουδέτερο

  1. περιορισμένος χώρος για θεατές σε θεατρική - κινηματογραφική αίθουσα σε υπερυψωμένη θέση γύρω από την πλατεία, ο οποίος προσφέρει καλύτερη θέα και σχετική απομόνωση σε προνομιούχους θεατές

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]