γαλαρία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : γαλάρια, γαλέρα, γκαλερί

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαλαρία γαλαρίες
γενική γαλαρίας γαλαριών
αιτιατική γαλαρία γαλαρίες
κλητική γαλαρία γαλαρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαλαρία < βενετική galaria < μεσαιωνική λατινική galeria[1] (9ος αιώνας μ.Χ.) < λατινική Galilaea < ελληνιστική κοινή Γαλιλαία (αντιδάνειο) < εβραϊκή גלילה (gliláh) < גליל (galíl: κύλινδρος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαλαρία θηλυκό

  1. στοά υπόγεια, τούνελ σε ορυχεία ή γενικά κάτω από τη γη, όμως συνηθως για τεχνητό έργο με ξύλινη υποστήριξη και όχι για φυσικό υπόγειο διάδρομο
  2. (μεταφορικά) εξώστης σε θέατρο (με φτηνότερο εισιτήριο και συνήθως πιο φασαριόζικο κοινό)
  3. (μεταφορικά) ομάδα που αποδοκιμάζει από το βάθος ή από κάπου ψηλά ή που συμπεριφέρεται σαν γαλαρία, ομαδικά, ανεξαρτήτως θέσεως

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]